Βρείτε απαντήσεις στα πιο συχνά ερωτήματα
Είναι κακοήθης νόσος που ξεκινά από τα κύτταρα του εσωτερικού τοιχώματος του εντέρου. Όταν εντοπίζεται στο τελικό τμήμα του, ονομάζεται καρκίνος του ορθού. Η ακριβής θέση και το στάδιο της νόσου καθορίζουν τη θεραπεία.
Αίμα στα κόπρανα, επίμονη αλλαγή στις κενώσεις, κοιλιακός πόνος, ανεξήγητη αναιμία ή απώλεια βάρους χρειάζονται ιατρική αξιολόγηση. Τα συμπτώματα αυτά μπορεί να έχουν και άλλες αιτίες, ενώ στα αρχικά στάδια ο καρκίνος μπορεί να μην προκαλεί ενοχλήματα.
Η κολονοσκόπηση με λήψη βιοψιών αποτελεί τη βασική εξέταση για την επιβεβαίωση της διάγνωσης. Ακολουθούν απεικονιστικές εξετάσεις για την έκταση της νόσου. Στον καρκίνο του ορθού ιδιαίτερη σημασία έχει η μαγνητική τομογραφία πυέλου.
Όχι. Μπορεί να περιλαμβάνει ενδοσκοπική αφαίρεση σε επιλεγμένες πολύ πρώιμες βλάβες, χειρουργική εκτομή, χημειοθεραπεία ή άλλες ογκολογικές θεραπείες. Στον καρκίνο του ορθού μπορεί να χρειάζεται θεραπεία πριν από την επέμβαση, με ή χωρίς ακτινοθεραπεία, ανάλογα με τη σταδιοποίηση.
Σε επιλεγμένους ασθενείς μπορεί να εξεταστεί η αφαίρεση ή η τοπική αντιμετώπιση των ηπατικών μεταστάσεων, σε συνδυασμό με τη θεραπεία του αρχικού όγκου. Η απόφαση λαμβάνεται από εξειδικευμένη ομάδα και εξαρτάται από την έκταση της νόσου και τη γενική κατάσταση του ασθενούς.
Περισσότερα: αναλυτική σελίδα της πάθησης.
Οι αιμορροΐδες αποτελούν φυσιολογικούς αγγειακούς σχηματισμούς στην περιοχή του πρωκτού. Όταν διογκώνονται, αιμορραγούν ή προβάλλουν προς τα έξω και προκαλούν ενοχλήματα, μιλάμε για αιμορροϊδοπάθεια. Η αντιμετώπιση εξαρτάται από τον τύπο και τη βαρύτητά της.
Όχι. Αιμορραγία μπορεί να προκαλέσουν και άλλες παθήσεις του πρωκτού ή του εντέρου. Χρειάζεται κλινική εκτίμηση και, ανάλογα με την ηλικία, το ιστορικό και τα ευρήματα, περαιτέρω έλεγχος. Έντονη ή συνεχιζόμενη αιμορραγία απαιτεί άμεση ιατρική βοήθεια.
Συχνά βοηθούν η αντιμετώπιση της δυσκοιλιότητας, η επαρκής πρόσληψη φυτικών ινών και υγρών και η αποφυγή έντονης πίεσης στην κένωση. Ο γιατρός μπορεί να προτείνει αγωγή ή λιγότερο επεμβατικές μεθόδους, όπως απολίνωση με ελαστικούς δακτυλίους, όταν ενδείκνυνται.
Όταν υπάρχουν επίμονα συμπτώματα, σημαντική πρόπτωση, υποτροπιάζουσα αιμορραγία ή αποτυχία της συντηρητικής αντιμετώπισης, μπορεί να προταθεί επέμβαση. Η επιλογή γίνεται μετά από εξέταση και συζήτηση για τα αναμενόμενα οφέλη, τους κινδύνους και την ανάρρωση.
Όχι. Οι τεχνικές laser, η απολίνωση αιμορροϊδικών αρτηριών και η αιμορροϊδεκτομή έχουν διαφορετικές ενδείξεις. Η επιλογή εξαρτάται από τον βαθμό της αιμορροϊδοπάθειας και τα συμπτώματα. Καμία τεχνική δεν μπορεί να υποσχεθεί μηδενικό πόνο ή αποκλεισμό υποτροπής για όλους τους ασθενείς.
Περισσότερα: αναλυτική σελίδα της πάθησης.
Χολολιθίαση είναι η παρουσία λίθων, δηλαδή «πετρών», στη χοληδόχο κύστη. Η κύστη αποθηκεύει τη χολή που παράγεται στο ήπαρ. Οι λίθοι μπορεί να μην προκαλούν συμπτώματα ή να οδηγήσουν σε κολικό, φλεγμονή και άλλες επιπλοκές.
Χαρακτηριστικό σύμπτωμα είναι ο πόνος στο δεξιό άνω μέρος της κοιλιάς ή στο επιγάστριο, μερικές φορές με ναυτία ή εμετό. Ο έλεγχος συνήθως περιλαμβάνει υπερηχογράφημα και εξετάσεις αίματος. Επίμονος έντονος πόνος, πυρετός ή ίκτερος χρειάζονται άμεση εκτίμηση.
Όχι. Οι ασυμπτωματικοί λίθοι συχνά δεν απαιτούν επέμβαση, εκτός αν υπάρχουν ειδικές ενδείξεις. Σε συμπτώματα ή επιπλοκές μπορεί να προταθεί χολοκυστεκτομή, συνήθως λαπαροσκοπικά. Η απόφαση βασίζεται στα ευρήματα και στο αν τα ενοχλήματα αποδίδονται πράγματι στη χοληδόχο κύστη.
Αφαιρείται η χοληδόχος κύστη και όχι η χολή ως υγρό. Το ήπαρ συνεχίζει να παράγει χολή, η οποία διοχετεύεται στο έντερο. Οι περισσότεροι άνθρωποι μπορούν να ζουν χωρίς χοληδόχο κύστη· οι διατροφικές οδηγίες προσαρμόζονται στην ανάρρωση και στα συμπτώματά τους.
Η αντιμετώπιση σχεδιάζεται από τον χειρουργό σε συνεργασία με τον μαιευτήρα, ανάλογα με τα συμπτώματα, τις επιπλοκές και το στάδιο της κύησης. Πόνος με πυρετό, εμετούς ή ίκτερο χρειάζεται άμεση εκτίμηση. Η εγκυμοσύνη δεν αποτελεί λόγο αναβολής της αξιολόγησης.
Περισσότερα: αναλυτική σελίδα της πάθησης.
Στη χολολιθίαση οι πέτρες βρίσκονται στη χοληδόχο κύστη. Στη χοληδοχολιθίαση βρίσκονται στον χοληδόχο πόρο, τον αγωγό που μεταφέρει τη χολή προς το έντερο. Οι δύο καταστάσεις μπορεί να συνυπάρχουν και χρειάζονται συντονισμένο θεραπευτικό σχεδιασμό.
Μπορεί να παρουσιαστούν πόνος στο άνω μέρος της κοιλιάς, ναυτία, εμετός ή ίκτερος. Απόφραξη του πόρου μπορεί να προκαλέσει λοίμωξη των χοληφόρων ή παγκρεατίτιδα. Πυρετός ή ρίγος μαζί με ίκτερο και κοιλιακό πόνο απαιτούν επείγουσα ιατρική εκτίμηση.
Ο αρχικός έλεγχος περιλαμβάνει εξετάσεις αίματος και υπερηχογράφημα. Αν υπάρχει υποψία λίθων στον χοληδόχο πόρο, μπορεί να χρειαστεί μαγνητική χολαγγειοπαγκρεατογραφία (MRCP) ή άλλος στοχευμένος έλεγχος. Οι εξετάσεις επιλέγονται με βάση τα κλινικά και απεικονιστικά ευρήματα.
Η ενδοσκοπική ανάστροφη χολαγγειοπαγκρεατογραφία (ERCP) επιτρέπει την πρόσβαση στα χοληφόρα μέσω ενδοσκοπίου. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί για αφαίρεση λίθων και αποκατάσταση της ροής της χολής. Είναι επεμβατική πράξη με συγκεκριμένες ενδείξεις και πιθανούς κινδύνους, που εξηγούνται πριν από την εφαρμογή της.
Η ERCP αντιμετωπίζει τους λίθους του πόρου, αλλά δεν αφαιρεί τη χοληδόχο κύστη. Όταν συνυπάρχουν λίθοι στην κύστη, συχνά χρειάζεται και χολοκυστεκτομή. Η σειρά και ο χρόνος των παρεμβάσεων καθορίζονται από τη βαρύτητα της κατάστασης και τη συνεργασία γαστρεντερολόγου και χειρουργού.
Περισσότερα: αναλυτική σελίδα της πάθησης.
Είναι κακοήθης όγκος που αναπτύσσεται στους χοληφόρους πόρους, δηλαδή στους αγωγούς που μεταφέρουν τη χολή. Μπορεί να εντοπίζεται μέσα στο ήπαρ, στην πύλη του ήπατος ή χαμηλότερα στον χοληδόχο πόρο. Η θέση του επηρεάζει τον έλεγχο και τη θεραπεία.
Πιθανά συμπτώματα είναι ίκτερος, κνησμός, απώλεια βάρους και κοιλιακή δυσφορία. Δεν εμφανίζονται όλα σε κάθε ασθενή, ιδιαίτερα όταν ο όγκος βρίσκεται μέσα στο ήπαρ. Νέος ίκτερος χρειάζεται έγκαιρη διερεύνηση, ενώ συνύπαρξη πυρετού ή ρίγους απαιτεί άμεση εκτίμηση.
Χρησιμοποιούνται εξετάσεις αίματος και απεικονίσεις, όπως αξονική ή μαγνητική τομογραφία με MRCP. Ανάλογα με την περίπτωση μπορεί να χρειαστεί ενδοσκοπικός έλεγχος ή λήψη ιστού. Οι καρκινικοί δείκτες, όπως ο CA 19-9, δεν αρκούν μόνοι τους για διάγνωση.
Όταν η νόσος μπορεί να αφαιρεθεί, η επέμβαση σχεδιάζεται ανάλογα με τη θέση και την έκτασή της. Μπορεί να περιλαμβάνει αφαίρεση χοληφόρων, τμήματος του ήπατος ή επέμβαση στην περιοχή της κεφαλής του παγκρέατος. Η εξαιρεσιμότητα αξιολογείται από εξειδικευμένη ομάδα.
Το stent μπορεί να αποκαταστήσει τη ροή της χολής όταν υπάρχει απόφραξη και να ανακουφίσει συμπτώματα. Δεν αφαιρεί τον όγκο. Η συνολική αντιμετώπιση μπορεί να περιλαμβάνει χειρουργείο και ογκολογικές θεραπείες, ανάλογα με το στάδιο, τα χαρακτηριστικά του όγκου και την κατάσταση του ασθενούς.
Περισσότερα: αναλυτική σελίδα της πάθησης.
Είναι κακοήθεια που αναπτύσσεται στο τοίχωμα της χοληδόχου κύστης. Αποτελεί διαφορετική πάθηση από τις πέτρες στη χολή, αν και μπορεί να συνυπάρχουν. Σε ορισμένες περιπτώσεις ανακαλύπτεται τυχαία στην ιστολογική εξέταση μετά από χολοκυστεκτομή.
Στα αρχικά στάδια μπορεί να μην υπάρχουν εμφανή συμπτώματα. Πιθανά ενοχλήματα είναι πόνος στο δεξιό άνω μέρος της κοιλιάς, ναυτία, μειωμένη όρεξη, απώλεια βάρους ή ίκτερος. Τα συμπτώματα αυτά δεν είναι ειδικά και χρειάζονται ιατρική διερεύνηση.
Ο έλεγχος μπορεί να περιλαμβάνει υπερηχογράφημα, αξονική ή μαγνητική τομογραφία και εξετάσεις αίματος. Η ιστολογική εξέταση του ιστού καθορίζει τη διάγνωση και τα χαρακτηριστικά του όγκου. Παράλληλα γίνεται σταδιοποίηση, ώστε να σχεδιαστεί η κατάλληλη αντιμετώπιση.
Όχι σε όλες τις περιπτώσεις. Σε πολύ πρώιμη νόσο η χολοκυστεκτομή μπορεί να επαρκεί. Σε άλλες περιπτώσεις μπορεί να χρειάζεται συμπληρωματική επέμβαση στο ήπαρ και στους λεμφαδένες. Η απόφαση εξαρτάται από την ιστολογική έκθεση, τα όρια εκτομής και τη σταδιοποίηση.
Η εξειδικευμένη ομάδα συνεκτιμά το στάδιο, τη δυνατότητα πλήρους αφαίρεσης, την ηπατική λειτουργία και τη γενική κατάσταση του ασθενούς. Εκτός από το χειρουργείο μπορεί να χρειάζεται ογκολογική θεραπεία. Η πρόγνωση και ο στόχος της αντιμετώπισης συζητούνται εξατομικευμένα.
Περισσότερα: αναλυτική σελίδα της πάθησης.
Είναι προβολή λίπους ή τμήματος εντέρου μέσα από ένα αδύναμο σημείο γύρω από τον ομφαλό. Μπορεί να εμφανίζεται ως διόγκωση, με πόνο, βάρος ή δυσφορία, ιδιαίτερα στην προσπάθεια. Ορισμένες ομφαλοκήλες δεν προκαλούν αρχικά ενοχλήματα.
Συνήθως αρκεί η κλινική εξέταση. Αν η εικόνα δεν είναι σαφής ή χρειάζεται καλύτερη εκτίμηση του χάσματος και του περιεχομένου της κήλης, μπορεί να ζητηθεί υπερηχογράφημα ή αξονική τομογραφία. Ο έλεγχος καθορίζεται από τα ευρήματα της εξέτασης.
Η οριστική αποκατάσταση στους ενήλικες είναι χειρουργική, όταν υπάρχει ένδειξη επέμβασης. Η χρήση πλέγματος και η ανοιχτή ή ελάχιστα επεμβατική προσέγγιση επιλέγονται ανάλογα με το μέγεθος της κήλης, την ποιότητα των ιστών, τυχόν προηγούμενες επεμβάσεις και την κατάσταση του ασθενούς.
Ξαφνικός έντονος πόνος, σκληρή ή πολύ ευαίσθητη διόγκωση που δεν υποχωρεί, εμετοί ή φούσκωμα μπορεί να υποδηλώνουν παγίδευση του περιεχομένου της κήλης. Χρειάζεται άμεση εκτίμηση σε νοσοκομείο. Μην επιχειρείτε βίαιη επαναφορά μιας επώδυνης διόγκωσης.
Ο χρόνος εξαρτάται από την έκταση της αποκατάστασης, την τεχνική και το είδος της εργασίας ή άσκησης. Η ελαφριά κινητοποίηση και η επιστροφή σε άρση βάρους δεν ακολουθούν το ίδιο χρονοδιάγραμμα. Ο χειρουργός δίνει συγκεκριμένες μετεγχειρητικές οδηγίες και προγραμματίζει επανέλεγχο.
Περισσότερα: αναλυτική σελίδα της πάθησης.
Είναι προβολή περιεχομένου της κοιλιάς μέσα από αδύναμο σημείο στη βουβωνική περιοχή. Συνήθως γίνεται αντιληπτή ως διόγκωση χαμηλά στην κοιλιά, που μπορεί να αυξάνεται με τον βήχα ή την προσπάθεια. Μπορεί να συνοδεύεται από πόνο ή αίσθημα βάρους.
Η διάγνωση βασίζεται κυρίως στην εξέταση από τον χειρουργό. Το υπερηχογράφημα μπορεί να βοηθήσει όταν τα ευρήματα δεν είναι ξεκάθαρα ή υπάρχει υποψία κήλης και στις δύο πλευρές. Δεν οφείλεται κάθε πόνος στη βουβωνική χώρα σε βουβωνοκήλη.
Μπορεί να επιλεγεί ανοιχτή ή λαπαροσκοπική αποκατάσταση, συχνά με πλέγμα. Στις λαπαροσκοπικές τεχνικές περιλαμβάνονται οι TAPP και TEP. Η επιλογή εξαρτάται από τον τύπο της κήλης, προηγούμενα χειρουργεία, πιθανή υποτροπή και τους παράγοντες κινδύνου του ασθενούς.
Η ζώνη δεν αποκαθιστά το αδύναμο σημείο του κοιλιακού τοιχώματος. Η οριστική αποκατάσταση είναι χειρουργική, αλλά ο χρόνος της επέμβασης και τυχόν παρακολούθηση αποφασίζονται εξατομικευμένα. Χρειάζεται ενημέρωση για τα συμπτώματα που επιβάλλουν άμεση επανεκτίμηση.
Μια διόγκωση που γίνεται ξαφνικά επώδυνη, σκληρή και δεν υποχωρεί, ιδιαίτερα όταν συνοδεύεται από εμετούς ή κοιλιακή διάταση, χρειάζεται άμεση νοσοκομειακή εκτίμηση. Μπορεί να έχει παγιδευτεί έντερο στην κήλη και να κινδυνεύει η αιμάτωσή του.
Περισσότερα: αναλυτική σελίδα της πάθησης.
Είναι ο συχνότερος πρωτοπαθής καρκίνος του ήπατος, δηλαδή καρκίνος που ξεκινά από τα ίδια τα ηπατικά κύτταρα. Διαφέρει από τις ηπατικές μεταστάσεις, στις οποίες ο αρχικός όγκος βρίσκεται σε άλλο όργανο. Η διάκριση είναι σημαντική για τη θεραπεία.
Ο κίνδυνος συνδέεται με χρόνια ηπατική νόσο, όπως κίρρωση ή χρόνια ηπατίτιδα. Στα πρώιμα στάδια μπορεί να μην υπάρχουν συμπτώματα. Απώλεια βάρους, μειωμένη όρεξη, ενόχληση δεξιά στην κοιλιά, διόγκωση της κοιλιάς ή ίκτερος χρειάζονται διερεύνηση.
Ο έλεγχος μπορεί να περιλαμβάνει υπερηχογράφημα, αξονική ή μαγνητική τομογραφία και εξετάσεις αίματος, όπως η άλφα-εμβρυοπρωτεΐνη (AFP). Βιοψία χρειάζεται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Η διάγνωση δεν βασίζεται μόνο σε έναν καρκινικό δείκτη, αλλά στο σύνολο των ευρημάτων.
Οι επιλογές περιλαμβάνουν ηπατεκτομή, μεταμόσχευση σε επιλεγμένους ασθενείς, τοπική κατάλυση, ενδαρτηριακές θεραπείες και συστηματική ογκολογική θεραπεία. Η επιλογή εξαρτάται τόσο από την έκταση του καρκίνου όσο και από τη λειτουργία του υπόλοιπου ήπατος και τη γενική κατάσταση του ασθενούς.
Όχι. Πρέπει να είναι εφικτή η αφαίρεση του όγκου και να παραμένει αρκετό λειτουργικό ήπαρ. Εξετάζονται επίσης η κίρρωση, η θέση των βλαβών και άλλες παθήσεις. Όταν η εκτομή δεν είναι κατάλληλη, η ομάδα αξιολογεί άλλες θεραπευτικές επιλογές.
Περισσότερα: αναλυτική σελίδα της πάθησης.
Είναι εστίες καρκίνου στο ήπαρ που προέρχονται από όγκο άλλου οργάνου, συχνά του παχέος εντέρου ή του ορθού. Δεν αποτελούν τον ίδιο τύπο νόσου με τον πρωτοπαθή καρκίνο του ήπατος. Η προέλευση και η συνολική έκταση καθοδηγούν τη θεραπεία.
Ναι. Ορισμένες μεταστάσεις εντοπίζονται στον προγραμματισμένο έλεγχο χωρίς να προκαλούν ενοχλήματα. Όταν υπάρχουν συμπτώματα, μπορεί να περιλαμβάνουν κόπωση, απώλεια όρεξης ή βάρους και κοιλιακή δυσφορία. Η παρακολούθηση μετά τη θεραπεία του αρχικού καρκίνου έχει ιδιαίτερη σημασία.
Συνήθως χρησιμοποιούνται αξονική και μαγνητική τομογραφία ήπατος, μαζί με αιματολογικό και βιοχημικό έλεγχο. Πρόσθετες εξετάσεις ή βιοψία επιλέγονται όταν χρειάζονται για να διευκρινιστεί η διάγνωση και η έκταση της νόσου. Το πλάνο δεν είναι ίδιο για κάθε ασθενή.
Η επέμβαση εξετάζεται όταν οι εστίες μπορούν να αντιμετωπιστούν με ογκολογικά επαρκή τρόπο και να παραμείνει αρκετό λειτουργικό ήπαρ. Συνεκτιμώνται η νόσος εκτός ήπατος και η γενική κατάσταση. Η απόφαση απαιτεί συνεργασία χειρουργού ήπατος, ογκολόγου και ακτινολόγου.
Ναι, σε κατάλληλες περιπτώσεις η θεραπεία συνδυάζει ογκολογική αγωγή με εκτομή ή τοπική κατάλυση των μεταστάσεων. Ενδέχεται να χρειαστούν περισσότερα από ένα στάδια αντιμετώπισης. Η σειρά των θεραπειών καθορίζεται από την ανταπόκριση της νόσου και τον συνολικό θεραπευτικό στόχο.
Περισσότερα: αναλυτική σελίδα της πάθησης.
Είναι κακοήθης όγκος του παγκρέατος, συχνότερα αδενοκαρκίνωμα. Μπορεί να προκαλέσει πόνο στο επιγάστριο που αντανακλά στην πλάτη, ίκτερο, μειωμένη όρεξη και ανεξήγητη απώλεια βάρους. Στην αρχή τα συμπτώματα μπορεί να είναι ασαφή ή να απουσιάζουν.
Ο έλεγχος μπορεί να περιλαμβάνει αξονική ειδικού πρωτοκόλλου παγκρέατος, μαγνητική τομογραφία, εξετάσεις αίματος και ενδοσκοπικό υπερηχογράφημα με λήψη ιστού όταν ενδείκνυται. Οι καρκινικοί δείκτες δεν επιβεβαιώνουν μόνοι τους τη διάγνωση. Παράλληλα εκτιμάται αν ο όγκος μπορεί να αφαιρεθεί.
Η δυνατότητα χειρουργείου εξαρτάται από τη θέση του όγκου, τη σχέση του με σημαντικά αγγεία, την παρουσία μεταστάσεων και την κατάσταση του ασθενούς. Σε ορισμένες περιπτώσεις προηγείται ογκολογική θεραπεία. Η αξιολόγηση της εξαιρεσιμότητας γίνεται από εξειδικευμένη διεπιστημονική ομάδα.
Είναι επέμβαση που χρησιμοποιείται για κατάλληλους όγκους στην περιοχή της κεφαλής του παγκρέατος και γειτονικών ανατομικών δομών. Περιλαμβάνει αφαίρεση των απαραίτητων οργάνων ή τμημάτων τους και αποκατάσταση της συνέχειας του πεπτικού. Για όγκους σε άλλη θέση μπορεί να απαιτείται διαφορετικός τύπος παγκρεατεκτομής.
Η χημειοθεραπεία μπορεί να δοθεί πριν ή μετά το χειρουργείο ή ως κύρια θεραπεία, ανάλογα με τη νόσο. Αν ο όγκος εμποδίζει τη ροή της χολής, μπορεί να χρειαστεί παροχέτευση με stent. Η παροχέτευση ανακουφίζει την απόφραξη, αλλά δεν αφαιρεί τον καρκίνο.
Περισσότερα: αναλυτική σελίδα της πάθησης.
Επίμονος πόνος ή δυσφορία στο άνω μέρος της κοιλιάς, γρήγορος κορεσμός με μικρά γεύματα, δυσκολία στην κατάποση, αναιμία ή ανεξήγητη απώλεια βάρους χρειάζονται αξιολόγηση. Οι ενοχλήσεις δεν σημαίνουν απαραίτητα καρκίνο, αλλά δεν πρέπει να αποδίδονται αυτόματα σε απλή δυσπεψία.
Η βασική εξέταση είναι η γαστροσκόπηση με λήψη βιοψιών. Στη συνέχεια χρησιμοποιούνται εξετάσεις σταδιοποίησης, όπως αξονική τομογραφία και, όταν χρειάζεται, ενδοσκοπικός υπέρηχος ή διαγνωστική λαπαροσκόπηση. Η ιστολογική διάγνωση και η έκταση της νόσου καθορίζουν το θεραπευτικό πλάνο.
Όχι σε κάθε περίπτωση. Ανάλογα με τη θέση και την έκταση του όγκου μπορεί να γίνει υφολική ή ολική γαστρεκτομή, συνήθως με αφαίρεση των κατάλληλων λεμφαδένων. Ορισμένες πολύ πρώιμες βλάβες μπορούν να αντιμετωπιστούν ενδοσκοπικά, εφόσον πληρούν συγκεκριμένα κριτήρια.
Η χημειοθεραπεία μπορεί να χορηγηθεί πριν ή μετά την επέμβαση, ανάλογα με το στάδιο και τη γενική κατάσταση. Σε ορισμένους ασθενείς εξετάζονται και άλλες θεραπείες βάσει των χαρακτηριστικών του όγκου. Ο συνολικός σχεδιασμός γίνεται από την ογκολογική ομάδα.
Όχι. Το ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο ορισμένων γαστρικών παθήσεων, αλλά η λοίμωξη δεν ισοδυναμεί με διάγνωση καρκίνου. Η ανάγκη θεραπείας της λοίμωξης, γαστροσκόπησης ή παρακολούθησης αξιολογείται από τον γιατρό με βάση τα συμπτώματα και το ιστορικό.
Περισσότερα: αναλυτική σελίδα της πάθησης.
Είναι σπάνιος όγκος που αναπτύσσεται στον υμένα που καλύπτει τα όργανα και το εσωτερικό της κοιλιάς, δηλαδή στο περιτόναιο. Αποτελεί διαφορετική νόσο από την περιτοναϊκή διασπορά καρκίνου άλλου οργάνου. Η ακριβής ιστολογική διάγνωση είναι απαραίτητη για τον θεραπευτικό σχεδιασμό.
Πιθανά συμπτώματα είναι αύξηση της περιμέτρου της κοιλιάς, ασκίτης, κοιλιακός πόνος ή δυσφορία, γρήγορος κορεσμός, απώλεια βάρους και μειωμένη όρεξη. Επειδή είναι μη ειδικά, χρειάζεται οργανωμένος έλεγχος. Η παρουσία ασκίτη από μόνη της δεν αποδεικνύει μεσοθηλίωμα.
Η αξονική τομογραφία βοηθά στην εκτίμηση των βλαβών και της έκτασής τους. Η επιβεβαίωση απαιτεί ιστολογική εξέταση κατάλληλου δείγματος ιστού, με ειδικό παθολογοανατομικό έλεγχο. Ο ιστολογικός τύπος και τα υπόλοιπα ευρήματα συνεκτιμώνται από εξειδικευμένη ομάδα.
Η κυτταρομειωτική χειρουργική (CRS) αποσκοπεί στην αφαίρεση της ορατής νόσου από την κοιλιά. Η HIPEC είναι η χορήγηση θερμαινόμενης χημειοθεραπείας μέσα στην περιτοναϊκή κοιλότητα κατά την επέμβαση. Ο συνδυασμός μπορεί να προταθεί σε επιλεγμένους ασθενείς με περιτοναϊκό μεσοθηλίωμα.
Όχι. Αξιολογούνται η έκταση και η βιολογική συμπεριφορά της νόσου, η δυνατότητα επαρκούς αφαίρεσης και η αντοχή του ασθενούς σε μεγάλη επέμβαση. Οι δείκτες της βιοψίας συνεκτιμώνται και δεν αποφασίζουν μόνοι τους τη θεραπεία. Μπορεί να επιλεγούν άλλες ογκολογικές ή υποστηρικτικές παρεμβάσεις.
Περισσότερα: αναλυτική σελίδα της πάθησης.
Είναι η επιστροφή περιεχομένου του στομάχου προς τον οισοφάγο. Όταν προκαλεί συχνά ενοχλητικά συμπτώματα ή επιπλοκές, χρειάζεται αξιολόγηση και αντιμετώπιση. Συχνά συμπτώματα είναι η καούρα πίσω από το στέρνο και οι αναγωγές ή η ξινή γεύση στο στόμα.
Όταν είναι συχνή, επιμένει παρά την αντιμετώπιση ή συνοδεύεται από δυσκολία στην κατάποση, εμετούς, αιμορραγία ή απώλεια βάρους. Νέος ή έντονος πόνος στο στήθος χρειάζεται άμεση εκτίμηση για να αποκλειστούν άλλα σοβαρά αίτια και δεν πρέπει να θεωρείται αυτόματα παλινδρόμηση.
Ανάλογα με τα συμπτώματα μπορεί να προταθεί γαστροσκόπηση. Σε επιλεγμένες περιπτώσεις, ιδίως πριν από χειρουργική αντιμετώπιση, χρησιμοποιούνται καταγραφή παλινδρόμησης με pHμετρία και μανομετρία οισοφάγου. Οι εξετάσεις βοηθούν να επιβεβαιωθεί η αιτία και να επιλεγεί η κατάλληλη θεραπεία.
Συχνά η αρχική αντιμετώπιση περιλαμβάνει προσαρμογές στη διατροφή και στο βάρος, αποφυγή κατάκλισης αμέσως μετά το φαγητό, διακοπή καπνίσματος και φαρμακευτική αγωγή όταν ενδείκνυται. Η θεραπεία και η διάρκειά της καθορίζονται από τον γιατρό, ανάλογα με τα συμπτώματα και τα ευρήματα.
Σε επιλεγμένους ασθενείς με τεκμηριωμένη παλινδρόμηση και επίμονα συμπτώματα ή συγκεκριμένες ανατομικές και κλινικές ενδείξεις. Η θολοπτύχωση ενισχύει τον αντιπαλινδρομικό μηχανισμό στη συμβολή οισοφάγου και στομάχου. Η ένδειξη δεν προκύπτει μόνο από την παρουσία καούρας, αλλά από ολοκληρωμένο έλεγχο.
Περισσότερα: αναλυτική σελίδα της πάθησης.
Είναι η μετακίνηση τμήματος του στομάχου προς τον θώρακα μέσα από το άνοιγμα του διαφράγματος από το οποίο περνά ο οισοφάγος. Υπάρχουν διαφορετικοί τύποι και μεγέθη. Μπορεί να μην προκαλεί συμπτώματα ή να σχετίζεται με παλινδρόμηση και άλλα ενοχλήματα.
Όχι. Η διαφραγματοκήλη είναι ανατομική μεταβολή, ενώ η παλινδρόμηση είναι επιστροφή γαστρικού περιεχομένου στον οισοφάγο. Μπορεί να συνυπάρχουν, αλλά δεν έχουν όλοι οι ασθενείς με διαφραγματοκήλη συμπτώματα παλινδρόμησης. Ο έλεγχος διευκρινίζει ποια κατάσταση προκαλεί τα ενοχλήματα.
Μπορεί να χρειαστούν γαστροσκόπηση και ακτινολογικός έλεγχος της κατάποσης με σκιαγραφικό. Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις χρησιμοποιούνται αξονική τομογραφία και λειτουργικές εξετάσεις του οισοφάγου. Οι εξετάσεις επιλέγονται ανάλογα με τα συμπτώματα και το αν εξετάζεται χειρουργική αποκατάσταση.
Όχι. Σε ορισμένους ασθενείς αρκεί η αντιμετώπιση της παλινδρόμησης με συντηρητικά μέτρα. Η επέμβαση εξετάζεται με βάση τον τύπο και το μέγεθος της κήλης, τα επίμονα συμπτώματα και τον κίνδυνο επιπλοκών. Η αποκατάσταση μπορεί να συνδυάζεται με αντιπαλινδρομική τεχνική.
Επίμονη δυσκολία στην κατάποση, συχνοί εμετοί, ανεξήγητη απώλεια βάρους ή ενδείξεις αιμορραγίας χρειάζονται έγκαιρη εκτίμηση. Ξαφνικός έντονος θωρακικός ή κοιλιακός πόνος, ιδιαίτερα με εμετούς, απαιτεί άμεση νοσοκομειακή αξιολόγηση. Δεν αποδίδουμε αυτόματα κάθε πόνο στο στήθος στη διαφραγματοκήλη.
Περισσότερα: αναλυτική σελίδα της πάθησης.
Η χειρουργική ήπατος–χοληφόρων–παγκρέατος (HPB) αφορά παθήσεις αυτών των οργάνων, καλοήθεις και κακοήθεις. Περιλαμβάνει διαφορετικές επεμβάσεις, από χολοκυστεκτομή μέχρι ηπατεκτομή ή παγκρεατεκτομή. Η κατάλληλη αντιμετώπιση καθορίζεται από την ακριβή διάγνωση και τον αναγκαίο προεγχειρητικό έλεγχο.
Όχι. Η ελάχιστα επεμβατική προσέγγιση μπορεί να είναι κατάλληλη σε πολλές παθήσεις, αλλά η ασφάλεια και η αποτελεσματική αντιμετώπιση της νόσου προηγούνται. Ο τύπος της πάθησης, προηγούμενες επεμβάσεις και η γενική κατάσταση επηρεάζουν την επιλογή. Σε ορισμένες περιπτώσεις χρειάζεται ανοιχτή προσέγγιση.
Η χειρουργική ογκολογία συχνά απαιτεί συνδυασμό θεραπειών. Στο ογκολογικό συμβούλιο συνεργάζονται οι κατάλληλες ειδικότητες για να αξιολογήσουν τη διάγνωση, τη σταδιοποίηση και τη σειρά των παρεμβάσεων. Έτσι διαμορφώνεται εξατομικευμένο πλάνο, με σαφή ενημέρωση για τον στόχο, τα οφέλη και τους κινδύνους.
Χρήσιμα είναι προηγούμενες γνωματεύσεις, εξετάσεις αίματος, οι εικόνες και οι εκθέσεις των απεικονιστικών εξετάσεων, ενδοσκοπήσεις και αποτελέσματα βιοψιών. Έχετε επίσης κατάλογο των φαρμάκων σας, αλλεργιών και προηγούμενων επεμβάσεων. Η καταγραφή των συμπτωμάτων και των ερωτήσεών σας βοηθά στη συζήτηση.
Η ανάρρωση εξαρτάται από την πάθηση, την έκταση της επέμβασης και την κατάσταση του ασθενούς. Δεν ισχύει ένα ενιαίο χρονοδιάγραμμα για όλες τις επεμβάσεις. Οι απαντήσεις προσφέρουν γενική ενημέρωση· οι οδηγίες για διατροφή, φάρμακα, εργασία και άσκηση δίνονται εξατομικευμένα από τη θεραπευτική ομάδα.
Περισσότερα: όλες οι ιατρικές υπηρεσίες.
Adding {{itemName}} to cart
Added {{itemName}} to cart